Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Στο καλό να πας...

Χθες, μόλις ξύπνησα το πρωί, η πρώτη είδηση που διάβασα ήταν ότι πέθανε η Μαργαρίτα Καραπάνου και λίγο σοκαρίστηκα. «Πάει η Μαργαρίτα,» σκεφτόμουνα. «Έφυγε η Μαργαρίτα Μας!»
Από την πρώτη φορά που τη διάβασα έγινε μια απ’ τις αγαπημένες μου συγγραφείς. Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε έγινε αυτό, αλλά μάλλον θα ήταν τον καιρό που έγραφα τη Στήλη Βιβλίου στην κυπριακή εφημερίδα «Αλήθεια» και τις βιβλιοπαρουσιάσεις στον Έλλογο. Ήμουνα, λοιπόν, κάποια μέρα στα παλιά γραφεία της Ωκεανίδας όταν ο Βασίλης Κιμούλης μου έδωσε το «Ναι», λέγοντας: «Νομίζω ότι θα σου αρέσει...» Δε μου άρεσε μοναχά εκείνο το βιβλίο, το λάτρεψα. Κι έτσι άρχισα αμέσως να ψάχνω τα προηγούμενα βιβλία της συγγραφέως με τα υπέροχα φιλοτεχνημένα από τον Αλέκο Φασιανό εξώφυλλα, τα οποία τότε κυκλοφορούσαν από τις εκδόσεις Ερμής. Βρήκα, λοιπόν, με κάποια δυσκολία, τον «Υπνοβάτη», το «Η Κασσάνδρα κι ο λύκος» και το «Rien ne va plus», τα διάβασα μονορούφι και ερωτεύτηκα οριστικά και αμετάκλητα τους κόσμους και τις γραφές της Καραπάνου.
«Καμιά και κανένας στην Ελλάδα δεν της μοιάζει,» αποφάσισα, καθώς πήρα να απολαμβάνω όσο τίποτ’ άλλο τους συγγραφικούς της ακροβατισμούς, την σκληρή της γλώσσα, κι ύστερα να νιώθω τρυφερά για την τρυφερότητά της για τα σκυλιά, στο μοναδικό «Lee και Lou».
Πάντα όταν γράφω δικά μου εκτενή κείμενα, αποφεύγω να διαβάζω βιβλία στα ελληνικά, ή ακόμη και στα αγγλικά, με συγγενές θέμα, για να μην επηρεαστώ. Ωστόσο, γράφοντας τις «Γυναίκες της συγνώμης» έκανα την εξαίρεση διαβάζοντας το «Ναι» (που στέλνει αδιάβαστο το «Η Βερόνικα θέλει να πεθάνει» του κυρίου Κοέλιο) και ξεσηκώνοντας τον τρόπο γραφής του, για ένα πυρετικό κεφάλαιο στη μέση του βιβλίου, το οποίο αν ήμουν εκδότης ή επιμελητής μάλλον θα έκοβα. Αν ήξερα τότε ότι η Καραπάνου πέθαινε θα της αφιέρωνα το βιβλίο σαν ένα ύστατο φόρο τιμής σ’ ένα μεγάλο κεφάλαιο της ελληνικής λογοτεχνίας.
Τώρα, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να της ευχηθώ «καλό ταξίδι». Ε, και να τη μαλώσω λίγο: «Γιατί μας το έκανες αυτό, κυρά; Γιατί έφυγες και μας άφησες να παλεύουμε με τα φαντάσματά σου; Φαντάζομαι τώρα θα καπνίζεις τα άφιλτρα τσιγάρα σου, θα τα πίνεις και θα γελάς δυνατά μ’ εκείνη την άλλη τη μεγάλη μπερμπάντισσα, τη Λιλή Ζωγράφου. Καλά να μας κάνετε...»

03/12/2008 Τσιανγκ Μάι, Ταϊλάνδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου