Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Μαμά

Η Μαργαρίτα Καραπάνου ήταν μία από τις πιο ξεχωριστές φωνές στην ελληνική λογοτεχνία. Τα βιβλία της έμοιαζαν πάντα να ξεφεύγουν από τα συνήθη πεζογραφικά μονοπάτια και ν’ ακολουθούν τη δική τους ξεχωριστή πορεία. Και ήταν, και είναι, όλα τους βιβλία συγκλονιστικά. Η συγγραφέας μοιάζει να γράφει ξανά και ξανά αυτοβιογραφικές ιστορίες, που φαντάζουν πολύ απίστευτες και πολύ σκληρές για να είναι αληθινές.
Σκληρό, τρυφερό και αυτοβιογραφικό μαζί είναι και το «Μαμά», που μιλάει, όπως προδιαθέτει και ο τίτλος, για τη μητέρα της αφηγήτριας που αργοπεθαίνει σε κάποιο νοσοκομείο. Καθώς η μάνα περνάει τις τελευταίες ώρες της ζωής της, η κόρη θυμάται το παρελθόν και σκέφτεται το παρόν της, κι αναλογίζεται όλα τα ωραία και τα στραβά στην ανταγωνιστική τους σχέση. Η γλώσσα της αφήγησης ωμή, ρεαλιστική, χωρίς στολίδια, αλλά και μ’ ένα ιδιότυπο, υποδόριο χιούμορ.
Το βιβλίο αυτό δε θυμίζει ούτε διήγημα, ούτε μυθιστόρημα, σαν απόκομμα ζωής μοιάζει. Ή μάλλον σαν αποκόμματα ζωών. Της κόρης και της μάνας. Της κόρης που προσπαθεί να φτάσει τη μάνα. Της μάνας που μοιάζει να σνομπάρει την κόρη, να την κοιτά λίγο αφ’ υψηλού και μ’ ένα ειρωνικό μειδίαμα.
Η Καραπάνου δεν προσπαθεί να εξιδανικεύσει τις καταστάσεις, λέει τα πράγματα με το όνομά τους, όσο βλάσφημα κι αν ακούγονται αυτά. Έτσι σε κάποιο σημείο βλέπουμε την κόρη να φωνάζει: «Μαμά, φύγε πια! Φύγε!» και λίγο πιο κάτω να εύχεται «να πεθάνει απόψε». Στη συνέχεια, με τα λόγια της, μοιάζει ακόμη και να ασελγεί πάνω από το σώμα της νεκρής: «Πέθανες μια Παρασκευή βράδυ στις δέκα παρά τέταρτο. Δεν ήτανε κανείς στο δωμάτιό σου, πέθανες σαν σκυλί… Βρωμούσες…», αλλά, «Σ’ αγαπώ…».
Μια σχέση αγάπης και μίσους, λοιπόν, όπου τα συναισθήματα εναλλάσσονται όλη την ώρα. Όπου η νοσταλγία και η πικρία πάνε χέρι-χέρι: «Μου λείπεις κιόλας. Με ποιον θα χορεύω; Με ποιον θα μιλάω; Ξέρω ότι φοβάσαι τους κλειστούς χώρους, πώς θ’ αντέχεις μέσα στο φέρετρο;» Η απουσία της μάνας τη στοιχειώνει, το ίδιο και η παρουσία της. Δεν την αντέχει, δεν αντέχει μακριά της: «-Μα, μητέρα, είσαι νεκρή! – Και νεκρή θα σε κυνηγάω. Πάψε να κλαις. Θα χαλάσεις το δέρμα σου…».
Πώς να αντέξει; Πώς να αντέξει χωρίς αυτή τη μάνα που είναι σαν τη φωτιά και την καίει ολόκληρη; Πώς να αντέξει δίχως κάποια για την οποία παραδέχεται: «Μητέρα, σας αγαπώ πιο πολύ νεκρή παρά ζωντανή. Κι όμως, ζωντανή σας λάτρεψα». Ζωντανή τη λάτρεψε, κι ας την κατσάδιαζε πού και πού, κι ας γίνονταν σκληρή μαζί της: «-Μαμά, θέλω με τον Τζέιμς να μοιραστώ τη ζωή μου. -Τη ζωή σου; Η ζωή σου μου ανήκει. Να μοιραστείς τη βλακεία και το άγχος σου».
Πίκρα, γλύκα, πόνο, χαρά και απόγνωση μοιάζουν να στάζουν αυτές οι σελίδες της Καραπάνου, που ομολογεί ότι είναι η βαθιά δυστυχία ίσως αυτή που την ώθησε να γίνει συγγραφέας.
Το «Μαμά», όπως και το άπιαστο «Ναι», είναι σαν μια καρδιά που πάλλεται, πληγώνεται κι αιμορραγεί, ένα βιβλίο που λέει τα πράγματα με τ’ όνομά τους, που δεν κρύβεται πίσω από καθωσπρεπισμούς και συμβάσεις. Άμεσο και συνταραχτικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου