Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Μήπως;

Θα το πω το κρίμα μου: Περίμενα αυτό το βιβλίο να είναι κάποιου είδους συνέντευξη που πήρε η Τσαλίκογλου από την Καραπάνου! Γιατί αυτό; Μα επειδή είμαι φανατικός αναγνώστης της τελευταίας. Δώστε μου Καραπάνου, κι άλλη Καραπάνου, που λένε. Αλλά, δυστυχώς, η Μαργαρίτα δεν έγραψε πολλά, όλα κι όλα οκτώ βιβλία άφησε πίσω της, περιλαμβανομένων των ημερολογίων της κι ετούτου εδώ.
Το Μήπως; είναι κι αυτό με τον τρόπο του ένα ξεχωριστό βιβλίο, όπως και τα άλλα της. Συνομιλώντας ανοιχτά με μια συνάδελφο και φίλη της η Καραπάνου ξεπλέκει κάπως της ζωής της το νήμα, ρίχνει φως σε κάποια από τα γεγονότα τα οποία ενέπνευσαν τις ιστορίες της. Οι παραδοχές της σκληρές, τα μυστικά της οδυνηρά, αλλά αυτή για μια ακόμη φορά τολμά να πει τα πράγματα με το όνομά τους, να μην ωραιοποιήσει τίποτα, να μη διαγράψει τίποτα.
Η Τσαλίκογλου μοιάζει να καταλαβαίνει πολύ καλά τι νιώθει η καλή της φίλη. Κάθεται και συζητά μαζί της, της λέει τις δικές της ιστορίες, ταξιδεύει μ’ εκείνη σε βιβλία, ταινίες και γεγονότα που σημάδεψαν και τις δύο.
Ο διάλογός τους μοιάζει άμεσος και μεστός, αβίαστος, μα παραγωγικός. Οδηγεί σε απαντήσεις, αλλά και σε νέα ερωτήματα. «Άραγε πρέπει πάντα να κρύβουμε αυτό που αισθανόμαστε για να κρατήσουμε αυτό που αγαπάμε;» αναρωτιέται κάπου η Φωτεινή.
Το θέμα της συγγραφής δε θα μπορούσε να λείψει από τη συνομιλία αυτή, κι έτσι με άμεσο πια τρόπο μαθαίνουμε πόσο ζωή και έργο ήταν ένα και το αυτό για την Μαργαρίτα: «Το γράψιμο μπορεί να είναι ο πιο καλός σου φίλος και ο χειρότερος εχθρός. Δεν είναι αστεία υπόθεση το γράψιμο. Είναι όλο σου το είναι που μπαίνει μέσα. Δίνεις τα ρέστα σου, δηλαδή». «Μέσα από τους ήρωές μας ζούμε κι εμείς τις άλλες ζωές που δεν ζήσαμε». «Την Κασσάνδρα την έγραψα σαν λεπίδα. Άφηνα τον εαυτό μου ελεύθερο και τσακ, το ’κοβα».
Καθώς περιφερόμαστε εδώ κι εκεί ανάμεσα στις σελίδες αυτού του βιβλίου συναντάμε από κοντά πρόσωπα που είδαμε να παρελαύνουν από τα βιβλία της, πηγαίνουμε σε χώρους όπου έκοβαν βόλτες τα σκυλιά της, εμβαθύνουμε στο μεγάλο θέμα της ψυχικής υγείας – ή μάλλον της απώλειάς της, που θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιον μέχρι και την αυτοκτονία. Η Καραπάνου λέει κάπου ότι δε θα αυτοκτονούσε από… περιέργεια για το τι θα συμβεί στη συνέχεια, ενώ η Τσαλίκογλου τονίζει ότι: «Μια διαβεβαίωση για τη ζωή θέλω. Να ονειρεύομαι σαν τα παιδιά θέλω. Να μην υπάρχει θάνατος. Και αν ακόμη δεν μπορείς να τον αποφύγεις, να υπάρχει μια αυτόματη διαδικασία ακύρωσής του».
Αντί επίλογου αντιγράφω από το οπισθόφυλλο:
«Κι εμείς τώρα δα εδώ, δυο φίλες με εναλλασσόμενους ρόλους, συγγραφέας-καθηγήτρια-ψυχολόγος-άρρωστη-υγιής-θεραπευτής-θεραπευόμενος, ιδιότητες ρευστές και αβέβαιες, ρούχα άβολα και στενά που μας καθηλώνουν σε στενάχωρα και ασφυκτικά δωμάτια, τι επιθυμήσαμε, αλήθεια, μέσα απ’ αυτό το διαλογικό βιβλίο; Να αλλάξουμε ρόλους, να πετάξουμε τα στενά ρούχα που δεν σ’ αφήνουν να αναπνεύσεις και που ακόμα και στον ύπνο μάς λένε να τα φοράμε, και να δοκιμάσουμε έναν περίπατο στον ανοιχτό αέρα. Να συν-αποκαλυφθούμε και ό,τι ζήσουμε στη διάρκεια του ταξιδιού να το μοιραστούμε με τους άγνωστους συν-ταξιδιώτες μας σ’ αυτήν την περιπέτεια της ομιλούσας γραφής. Να σπάσουμε τη σιωπή…»
Να σπάσουν τη σιωπή! Αυτό ακριβώς έκαναν: έσπασαν τη σιωπή. Με ένα τρόπο μοναδικό και συγκλονιστικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου